Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Η ΚΥΠΡΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΕ ΤΗΝ ΑΡΤΕΜΙΔΑ

: Επανασφραγίστηκαν οι αδελφικοί δεσμοί Κύπρου - Ελλάδας

Σχόλιο Συντακτικής Ομάδας: Όταν είχε επισκεφτεί την Αρτέμιδα τον Ιανουάριο του 2008 ο αείμνηστος τέως Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος είχε δηλώσει:
«Εμείς οι Κύπριοι ξέρουμε καλά τι περάσατε και τι περνάτε. Εμείς στην Κύπρο ξέρουμε καλά τι σημαίνει να χάνει κάποιος τα αγαπημένα του πρόσωπα, το σπίτι του, την περιουσία του, τα ζωντανά του, την πηγή του εισοδήματός του. Εμείς ξέρουμε από προσφυγιά και καταστροφή. Τα ζήσαμε και τα ζούμε ακόμα στην Κύπρο. Γι αυτό ζήσαμε μαζί σας κάθε στιγμή της καταστροφής και του πόνου που ακολούθησε. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να απαλύνουμε τη ζημιά που έχετε υποστεί, έστω και αν δεν μπορούμε να απαλύνουμε τον πόνο για τον χαμό των αγαπημένων σας προσώπων» ['Νοητική Αντίστασις' 14/01/2008].

Αρτέμιδα
‘Σημερινή’
«Επανασφραγίστηκαν οι δεσμοί Κύπρου - Ελλάδας»
18 Ιανουαρίου 2010

Στο νέο οικισμό της πυρόπληκτης Αρτέμιδας βρέθηκε χθες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, ο οποίος, με αφορμή την ολοκλήρωση των εργασιών ανοικοδόμησης του συνοικισμού που έγινε με κονδύλια της Κυπριακής Δημοκρατίας, μαζί με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας Γιώργο Παπανδρέου εγκαινίασε το έργο ανοικοδόμησης και ανασυγκρότησης της πολύπαθης κοινότητας.
Το έργο πραγματοποιήθηκε με αποκλειστική δαπάνη ύψους 14 εκ. ευρώ της Κυπριακής Δημοκρατίας, ύστερα από απόφαση του τότε Υπουργικού Συμβουλίου υπό τον τέως Πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο.
Μιλώντας κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στο χώρο εκδηλώσεων παρά την κεντρική πλατεία του χωριού, η οποία ονομάστηκε σε «Πλατεία Κύπρου», για να προστεθεί στο σύνολο των πολλών άλλων πλατειών που υπάρχουν στον ελλαδικό χώρο με αυτό το όνομα, ο Πρόεδρος Χριστόφιας εξέφρασε τη βαθιά του συγκίνηση για το γεγονός ότι βρίσκεται στην Αρτέμιδα.
Στην ομιλία του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σημείωσε πως «όπως η Ελλάδα στις δύσκολες στιγμές της Κύπρου προστρέχει να βοηθήσει και στέκεται αλληλέγγυα, θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι και η Κύπρος, μέσα από τις δυνάμεις που διαθέτει, θα προσερχόταν να βοηθήσει τους αδελφούς Έλληνες».
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε ότι ο στόχος, που είχε τεθεί από την κυπριακή Κυβέρνηση και τον αείμνηστο Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσο Παπαδόπουλο για αποκατάσταση του πυρόπληκτου και πολύπαθου οικισμού της Αρτέμιδας, ολοκληρώνεται σήμερα, σύμφωνα με τις επίσημες εξαγγελίες που έγιναν μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του Αυγούστου 2007.
Σημείωσε ακόμα πως «η σύνθετη αυτή παρέμβαση εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, ύψους 14 εκ. ευρώ περίπου, αφορά ποικίλες δράσεις, όπως την κατασκευή αντιπλημμυρικών έργων στον περιβάλλοντα χώρο της κοινότητας και τα άμεσα έργα στήριξης και ασφάλισης του οικισμού που έγιναν τους πρώτους μήνες μετά την πυρκαγιά, αλλά και το έργο της ανοικοδόμησης που, όπως είπε, περιλάμβανε την αποκατάσταση 77 πυρόπληκτων οικοδομών, δηλαδή 45 κατοικιών και 32 αποθηκών, και την αντίστοιχη παροχή του οικιακού εξοπλισμού των κατοικιών που είχαν πληγεί από την πυρκαγιά». Οι εργασίες, όπως επισήμανε, στις 62 από τις 77 οικοδομές αφορούσαν πλήρη αποκατάσταση ή ανέγερση.
Ανέφερε ακόμη ότι στην όλη ανοικοδόμηση περιλήφθηκαν και έργα που θα βοηθούσαν τη γενική αναζωογόνηση του οικισμού, δηλαδή η ανάπλαση της κεντρικής πλατείας του χωριού με το χώρο της εκκλησίας και της βρύσης, προσθέτοντας πως η κυπριακή παρέμβαση αφορά και έργα γενικής αισθητικής αναβάθμισης του οικισμού με την εξωτερική βελτίωση όλων των μόνιμων κατοικιών και των οικοδομών κατά μήκος του κεντρικού δρόμου του χωριού, όπως και την κατασκευή του κεντρικού αποχετευτικού συστήματος.
Και οικονομικά μέτρα στήριξης
Ο Πρόεδρος Χριστόφιας είπε στη συνέχεια ότι, στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης του οικισμού που ανέλαβε η Κύπρος, εντάσσονται και τα οικονομικά μέτρα στήριξης των πυρόπληκτων παραγωγών, σημειώνοντας ότι οι σχετικές χορηγίες από την Κυπριακή Δημοκρατία, που αφορούν την καταβολή αποζημιώσεων προς τους δικαιούχους για τις ελαιοκαλλιέργειες και τα αιγοπρόβατα που έχουν καεί, έχουν ήδη αρχίσει να δίνονται σταδιακά μέσω του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων της Ελλάδας.
Ευχαρίστησε, τέλος, την ελληνική Κυβέρνηση και τις Υπηρεσίες της για τη βοήθεια που προσέφεραν σε όλα τα θέματα που απαιτούσαν τη δική τους ανταπόκριση, ώστε το έργο να υλοποιηθεί με επιτυχία.
«Εκφράζω της καλύτερες ευχές της Κυβέρνησης και του λαού της Κύπρου. Να είναι όλα καλορίζικα», κατέληξε.
Ο Γιώργος Παπανδρέου ευχαριστεί
Ο Έλληνας Πρωθυπουργός εξέφρασε μεγάλη τιμή και συγκίνηση για το γεγονός, όπως είπε, ότι καλωσορίζει στην Αρτέμιδα τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και επισήμανε ότι σήμερα οι Κύπριοι αποδεικνύουν οι ίδιοι στην πράξη ότι είναι αδέλφια των Ελλαδιτών.
Ο κ. Παπανδρέου ανέφερε ότι η Κύπρος με τον τότε Πρόεδρο Τάσσο Παπαδόπουλο και οι Κύπριοι γενικότερα ήταν από τους πρώτους που έτρεξαν να βοηθήσουν τις πυρόπληκτες περιοχές, αναλαμβάνοντας την ανοικοδόμηση της Αρτέμιδας.
«Τους ευχαριστούμε από την καρδιά μας», πρόσθεσε.
Σημείωσε πως η σημερινή (χθεσινή) μέρα είναι ημέρα τιμής απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ολοκληρώνει την ανακατασκευή της Αρτέμιδας και κάνει, όπως είπε, τους Έλληνες να αισθάνονται περήφανοι για τα αδέλφια τους της Κύπρου.
Απευθυνόμενος στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και αναφερόμενος στο Κυπριακό, ο Έλληνας Πρωθυπουργός είπε ότι η Ελλάδα, όπως και στο παρελθόν έτσι και στο μέλλον, θα είναι πάντα δίπλα στους αγώνες της Κύπρου και θα συνεχίσει να υποστηρίζει θερμά τις προσπάθειες για την εξεύρεση μιας δίκαιης, βιώσιμης και λειτουργικής λύσης που θα ενώσει τη μεγαλόνησο προς όφελος όλου του κυπριακού λαού και θα τερματίσει την τουρκική κατοχή.
Το «χρυσό κλειδί» της Αρτέμιδας
Στα πλαίσια της εκδήλωσης, ο Πρόεδρος της κοινότητας Αρτέμιδας Γιώργος Κόσσιφας επέδωσε στον Πρόεδρο Χριστόφια το χρυσό κλειδί του χωριού, το οποίο ανήκει, όπως είπε, στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ ο Δήμαρχος Ζαχάρως Πανταζής Χρονόπουλος προσέφερε στον Πρόεδρο εικόνισμα του πολιούχου Αγίου της Ζαχάρως, του Αγίου Σπυρίδωνα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανταπέδωσε τα δώρα με ένα αργυρό αγαλματίδιο της Αφροδίτης.
Ακολούθως, ο Πρόεδρος Χριστόφιας και ο Έλληνας Πρωθυπουργός τέλεσαν τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής πλάκας στην Πλατεία Κύπρου και ξεναγήθηκαν στον παλιό ελαιόμυλο που βρίσκεται παρά την πλατεία και αποκαταστάθηκε στα πλαίσια του έργου ανοικοδόμησης, και σε οικία που ανακαινίστηκε στα πλαίσια του έργου.
Παρών στην όλη εκδήλωση βρέθηκαν από κυπριακής πλευράς ο Υπουργός Εσωτερικών Νεοκλής Συλικιώτης, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Στέφανος Στεφάνου, ο Επίτροπος Προεδρίας Γιώργος Ιακώβου, ο Σύμβουλος του Προέδρου της Δημοκρατίας Τουμάζος Τσιελεπής και ο Πρεσβευτής της Κύπρου στην Ελλάδα Ιωσήφ Ιωσήφ.
Κατά την άφιξη τους στην Αρτέμιδα, ο Πρόεδρος Χριστόφιας και ο Πρωθυπουργός Παπανδρέου εναπέθεσαν λουλούδια στο σημείο όπου, στις 24 Αυγούστου του 2007, 26 κάτοικοι της Αρτέμιδας, ανάμεσά τους επτά παιδιά, έχασαν τη ζωή τους από τις φονικές πυρκαγιές.
Με το τέλος της εκδήλωσης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναχώρησε για την Αθήνα, όπου σήμερα θα πραγματοποιήσει συναντήσεις και συνομιλίες με την ελληνική Κυβέρνηση και τους πολιτικούς αρχηγούς.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΚΑΤΟΥΡΟΥΣΑΝ ΟΙ ΚΥΠΡΙΟΙ ΜΑΣ ΕΔΕΙΞΑΝ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Η Κύπρος αναγέννησε την Αρτέμιδα

Η τραγική Αρτέμιδα θα είναι το πρώτο χωριό στην Ηλεία που θα έχει αποχέτευση και βιολογικό καθαρισμό που θα... παράγει νερό για άρδευση!

Το χωριό «τραγικό σύμβολο» της πύρινης καταστροφής στην Ηλεία, «υιοθετήθηκε» και αναγεννήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Το χωριό «τραγικό σύμβολο» της πύρινης καταστροφής στην Ηλεία, «υιοθετήθηκε» και αναγεννήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Η τραγική Αρτέμιδα θα είναι το πρώτο χωριό στην Ηλεία που θα έχει αποχέτευση και βιολογικό καθαρισμό που θα... παράγει νερό για άρδευση! Το χωριό που υπήρξε «τραγικό σύμβολο» της πύρινης καταστροφής του καλοκαιριού του 2007, «υιοθετήθηκε» και αναγεννήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τα έργα παραδίδει σήμερα ο Πρόεδρος της Κύπρου, Δημήτρης Χριστόφιας. Από την «πλατεία Κύπρου», όπως ονομάζεται πια η κεντρική πλατεία του χωριού, ο κ. Χριστόφιας, παρουσία του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, θα παραδώσει το έργο που υποσχέθηκε ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος τον Σεπτέμβριο του 2007.

Το έργο κόστισε 14 εκατ. ευρώ, πολλά από τα οποία συγκεντρώθηκαν από προσφορές Κυπρίων. Συνολικά 47 κατοικίες επιδιορθώθηκαν ή ξαναχτίστηκαν με τη βοήθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αρτέμιδα.

Επίσης, αποκαταστάθηκαν 36 αποθήκες, η εκκλησία, το ελαιοτριβείο και ο κοινοτικός ξενώνας καθώς και η πλατεία που είχε ολοσχερώς καταστραφεί από τη φωτιά. Επιπλέον, έχει ήδη εγκριθεί η κατασκευή αποχέτευσης, καθώς και επεξεργασίας λυμάτων για αρδεύσιμο νερό!

Στα σπίτια που επιδιορθώθηκαν, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει προβλέψει ακόμη και την επίπλωση.

Για τις μόνιμες κατοικίες που δεν επλήγησαν από την πυρκαγιά, αλλά ήταν εμφανώς ταλαιπωρημένες, πραγματοποιήθηκε η αισθητική αποκατάστασή τους, προκειμένου να μη φαίνεται έντονα η διαφορά. Πέραν όλων αυτών, η Κύπρος έχει αναλάβει και την πληρωμή του ΕΛ.ΓΑ. Μέχρι το 2011, οι αποζημιώσεις των αγροτών για την απώλεια του εισοδήματός τους πληρώνονται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Στα... προσεχώς θα μείνουν βέβαια κάποιες εκκρεμότητες. Οταν θα ολοκληρωθεί το έργο της αποχέτευσης, θα γίνει και η οδοποιία του κεντρικού δρόμου του χωριού, ο οποίος λέγεται ότι θα ονομαστεί «οδός Τάσσου Παπαδόπουλου».

Μ. ΨΑΡΑ

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΤΟ 1821

Κύπριοι κληρικοί στην επανάσταση του 1821!


«Κύπριοι κληρικοί στην επανάσταση του ';21»
του Πέτρου Πιτσιάκκα, Φιλολόγου 1ου Λυκείου Ναυπάκτου
Η ελληνική επανάσταση του 1821 είναι σταθμός στην ιστορία του νεώτερου ελληνισμού γιατί, προπάντων, πετυχαίνει την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την παρουσία της Ελλάδας στον πολιτικό χάρτη του κόσμου. Απ'; αυτήν την προσπάθεια δεν είναι δυνατόν να απουσιάζη η Κύπρος.
Από την πρώτη στιγμή της δραστηριοποίησης της Φιλικής Εταιρείας πολλοί διαπρεπείς Κύπριοι μυούνται στα επαναστατικά σχέδια. Την αποστολή μύησης των ιεραρχών και των προκρίτων της Κύπρου αναλαμβάνει ο Δημήτριος Ίπατρος. Το πέρασμά του από το νησί είναι καρποφόρο, αφού όπως αναφέρει « ...;ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός υπεσχέθη να συνεισφέρη χρήματα η τροφάς, όσας δυνηθή ...;.».
Στο συνέδριο των Φιλικών, τον Οκτώβριο του 1820 στο Ισμαήλιο της Βεσαραβίας, υπό την προεδρία του Αλ. Υψηλάντη, αποφασίζεται η συνεισφορά της Κύπρου στην επανάσταση να περιοριστή σε υλική βοήθεια, λόγω της γεωγραφικής θέσης του νησιού, της έλλειψης οπλισμού και πολεμικής πείρας των κατοίκων. Σε εφαρμογή των προνοιών του Σχεδίου, μετά τη σύσκεψη των Φιλικών στο Ισμαήλι, θα σταλή στην Κύπρο ο Γορτύνιος Φιλικός Αντώνιος Πελοπίδας μεταφέροντας επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό με την οποία, μεταξύ των άλλων τον ευχαριστεί για όσα « ...;υπεσχέθη (μέσω του Ιπάτρου) δια το Σχολείον της Πελοποννήσου ...;», τον ειδοποιεί « ...;ότι η έναρξις του Σχολείου εγγίζει ...;» και τον καλεί να « ...;ταχύνη να εμβάση τόσον της υμετέρας Μακαριότητος τας συνεισφοράς, όσον και των λοιπών αυτού ομογενών, είτε χρηματικάς, είτε είναι ζωοτροφίας ...;»
Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, σύμφωνα και με τις οδηγίες της Φιλικής Εταιρείας, κάνει συνετούς χειρισμούς για να μη γίνη το νησί βορά των λύκων της Καραμανίας.Εκδίδει εγκύκλιο (16 Μαΐου 1821) με την οποία συμβουλεύει και καλεί τους Έλληνες του νησιού να παραμείνουν ήρεμοι και αδρανείς. Ταυτόχρονα δίνει και διαβεβαιώσεις στον Τούρκο Κυβερνήτη της Κύπρου για τη νομιμοφροσύνη των Ελλήνων Κυπρίων.
Ωστόσο, οι συνωμοτικές και επαναστατικές διαδικασίες στο νησί έχουν τραγική κατάληξη. Οι βεβιασμένες και ενθουσιώδεις ενέργειες κάποιων Κυπρίων Φιλικών, όπως η κυκλοφορία επαναστατικών προκηρύξεων και η αποθήκευση πυρίτιδας στην εκκλησία της Φανερωμένης στη Λευκωσία, επιτρέπουν στον Κυβερνήτη του νησιού να αφοπλίση τους κατοίκους (μαχαίρια, αξίνες και άλλα αιχμηρά εργαλεία) και να ζητήση ενισχύσεις από το σουλτάνο, υποβάλλοντάς του ταυτόχρονα και έναν κατάλογο 486 προσώπων, που τα θεωρεί ύποπτα. Στο συνοδευτικό έγγραφο τονίζει ότι ο αφοπλισμός δεν ωφελεί « ...;εν όσω μένουν εν ζωή οι εν τω καταλόγω αναφερόμενοι ...;», λόγω των επαφών που έχουν με ευρωπαϊκές χώρες και με τα ναυτικά νησιά από τα οποία « ...;θα μπορούσαν να προμηθευτούν όπλα ...;».
Ο σουλτάνος, ικανοποιώντας το αίτημα για ενισχύσεις, στέλνει τέσσερεις χιλιάδες (4.000) στρατιώτες, ενώ, αρχικά, αρνείται την εξόντωση των προγραφέντων. Στη συνέχεια όμως, μετά τις μεγάλες επιτυχίες των Ελλήνων στην κυρίως Ελλάδα, διατάζει την σφαγή τους, η οποία αρχίζει στις 9 Ιουλίου 1821. Πρώτοι εκτελούνται ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι Μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθος, Κιτίου Μελέτιος και Κυρηνείας Λαυρέντιος.
Ανάμεσα στους Κύπριους κληρικούς εθνομάρτυρες της επανάστασης είναι ακόμη δυό διαπρεπείς ιεράρχες. Ο Δημητσάνης Φιλόθεος Χατζής και ο Νικομηδείας Αθανάσιος Καρύδης. Ο Φιλόθεος είναι για 25 χρόνια Επίσκοπος Δημητσάνης. Ενισχύει συστηματικά τα εκπαιδευτικά της περιοχής του, τις περίφημες σχολές της Δημητσάνης, της Στεμνίτσας και της Βυτίνας. Μυείται από νωρίς στη Φιλική Εταιρεία και στη συνέχεια ο ίδιος μυεί μαζικά ολόκληρο τον πληθυσμό της Δημητσάνας. Φυλακίζεται στην Τρίπολη, λίγο πριν την έναρξη της Επανάστασης. Πεθαίνει στις 10 Σεπτεμβρίου 1821, λίγο πριν ο Κολοκοτρώνης μπει στην πόλη. Για τον Δημητσάνης Φιλόθεο γράφει ο Φωτάκος: «Κατήγετο από την Κύπρο. Ο Επίσκοπος ούτος ήταν εκ των ησυχοτέρων αρχιερέων και πολύ εκκλησιαστικός, σεβόμενος από όλην την επαρχίαν της Καρυταίνης. Εφυλακίσθη δε και αυτός μετά των άλλων προυχόντων και αρχιερέων και τυραννούμενος απέθανεν εντός των φυλακών της Τριπολιτσάς».
Ο Νικομηδείας Αθανάσιος Καρύδης (1755), συνοδικός, βρίσκεται στο Πατριαρχείο και συλλαμβάνεται μαζί με τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε καί τους μητροπολίτες Εφέσου Διονύσιο και Αγχιάλου Ευγένιο. Γέροντα και άρρωστο τον σέρνουν στο Πάρμα της Καπουσού, για να τον κρεμάσουν. Ο ιστορικός της επανάστασης Ιωάννης Φιλήμονας γράφει για τον Νικομηδείας: «Ο πρεσβύτερος και λίαν αδύνατος και ισχνός τω σώματι άμα εξελθών της φυλακής, απεβίωσεν. Οι δε δήμιοι φορτώσαντες τον νεκρόν επί αχθοφόρου, απήγαγον εις τον τόπον της καταδίκης και απηγχόνισαν τούτον προς το εκπληρωθήναι την απόφασιν». Οι δήμιοι δε σέβονται το νεκρό και κρεμούν το άψυχο σώμα στην αγχόνη.
Στον κατάλογο των Κυπρίων κληρικών της επανάστασης είναι και ο Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησέας, συγγενής του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, με πολύπλευρη δράση, μέσα και έξω από την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησέας, με τον ενθουσιασμό που τον διακρίνει, μοιράζει στο νησί προκηρύξεις της Φιλικής Εταιρείας και δίνει το πρόσχημα στον Τούρκο Κυβερνήτη της Κύπρου για τις σφαγές, των Αρχιερέων και των προκρίτων. Διαφεύγει στην Ελλάδα και λαμβάνει μέρος σε πολλές μάχες. Όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Φωτάκος, συλλαμβάνει το παράτολμο σχέδιο για τη δολοφονία του Ιμπραήμ, το οποίο απορρίπτεται από τον Κολοκοτρώνη ως εξωφρενικό. Η ανάδειξή του στο βαθμό του αντιστρατήγου υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα των υπηρεσιών του.
Σε μια εποχή κατά την οποία οι σειρήνες της παγκοσμιοποίησης πολιορκούν την εθνική συνείδηση και ο κίνδυνος της εθνικής αλλοτρίωσης είναι υπαρκτός, πρέπει να προβάλλονται εκείνα τα πρότυπα, που διασώζουν την αξιοπρέπεια του Έλληνα και αντιμετωπίζουν το θάνατο ως μια προσφορά προς το έθνος. Τέτοια πρότυπα αποτελούν οι Κύπριοι κληρικοί που συμμετέχουν και θυσιάζονται στην επανάσταση του 1821 και οι οποίοι παρουσιάζουν ανάγλυφα την εικόνα του νεώτερου ορθόδοξου Έλληνα, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα στην ιστορική του πορεία. Μέσα από τη θυσία τους αποκαλύπτεται «η ελληνορθόδοξη ψυχή της Κύπρου και συμπυκνώνεται το υπεριστορικό πνεύμα του ελληνισμού στον αγώνα του για την πατρίδα και την ελευθερία».-;

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΟΥ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΚΗΦΙΣΙΑΣ

6 Δεκεμβρίου 2010

Χριστόδουλος Σώζος(1872-1912)

         
  








Σαν σήμερα το 1912 έπεσε, μαχόμενος ηρωικά στο Μπιζάνι,ο ήρωας Δήμαρχος της Λεμεσού Χριστόδουλος Σώζος.
Πρόσφατα τα σχολεία Μ.Ε. της πόλης μας  τίμησαν σε τελετή στέψης ανδριάντων και προτομών της πόλης και τον ήρωα Δήμαρχο.Πιο κάτω δημοσιεύουμε την προσλαλιά που εκφώνησε,εκπροσωπώντας το σχολείο μας,η μαθήτρια του Γ3 Ραφαέλα Ιερείδη.Το υλικό για το κείμενο αντλήσαμε από το ένθετο της εφημ.Πολίτης(αφιέρωμα στον Χρ.Σώζο,συγγραφή Πέτρος Παπαπολυβίου,καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Παν/μιο Κύπρου), καθώς και από το ιστολόγιο του ερευνητή Τίτου Κολώτα
Επιμέλεια Εύα Νεοκλέους


Χριστόδουλος Σώζος  (1872-1912)
 
 Ο Χριστόδουλος Σώζος αποτελεί μια μεγάλη μορφή της νεότερης κυπριακής Ιστορίας. 
       
  Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1872 και πέθανε το 1912 μαχόμενος ηρωικά στο Μπιζάνι.

Ήταν γόνος μεγάλης αστικής οικογένειας αγωνιστών-πολεμιστών, γαλουχημένος με πατριωτικά αισθήματα. Ο παππούς του Αντώνιος Λοίζου  από τη  Λάρνακα πολέμησε το 1828  στο πλευρό του Φαβιέρου για την απελευθέρωση της Ακρόπολης των Αθηνών. Ο πατέρας του, Σώζος Λοίζου, πολέμησε στην επανάσταση της Κρήτης το 1866.Από παιδί ανήσυχος και ζωηρός ο Χρ. Σώζος, φεύγει για την Αθήνα όπου φοιτά στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου και τελειώνει τη Νομική Σχολή.
Τελειώνοντας τις σπουδές του κάνει για λίγο διάστημα τον δικηγόρο στην Κερύνεια και  την  Πάφο για να εγκατασταθεί οριστικά πλέον στη Λεμεσό το 1898.
  Διαπρέπει ως δικηγόρος και εκλέγεται   βουλευτής για δύο βουλευτικές περιόδους σε  ηλικία  29 χρόνων. Στο νομοθετικό σώμα οι Άγγλοι θαύμαζαν την ευφράδεια αλλά και την αγωνιστικότητά του και παρά το γεγονός ότι τους τα έλεγε πάντα «έξω από τα δόντια» υπερασπιζόμενος τα δίκαια του Κυπριακά λαού και τονίζοντας τις αδικίες που έκαναν εις  βάρος του, εκείνοι τον σέβονταν και τον άκουαν με μεγάλη προσοχή.
Ως Δήμαρχος Λεμεσού υπήρξε από τους πιο επιτυχημένους και κατά τη σύντομη σχετικά δημαρχία του που διακόπηκε τόσο απότομα με τον ηρωικό θάνατό του, η Λεμεσός γνώρισε κάποια σημαντικά και πρωτοποριακά για την Κύπρο έργα.
Όπως επισημαίνει  ο καθηγητής της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Πέτρος Παπαπολυβίου: «Στα τέσσερα χρόνια της Δημαρχίας του Σώζου η Λεμεσός άλλαξε πραγματικά όψη και ο Λεμεσιανός πολιτικός αναδείχθηκε ως ο πρώτος Κύπριος Δήμαρχος με όραμα και σχεδιασμό για την πόλη του, αποδεικνύοντας παράλληλα και αξιοζήλευτες ικανότητες για την επιτυχή εισαγωγή θεαματικών καινοτομιών σε μια περιοχή που μόλις εξερχόταν από την Οθωμανική κυριαρχία.»
Και πράγματι με το όραμα που είχε  πραγματοποίησε  σημαντικά έργα και καινοτομίες για τα δεδομένα της εποχής και στα χρόνια της δημαρχίας του  η Λεμεσός άλλαξε κυριολεκτικά όψη και έγινε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη.

 Εγκατέστησε στη Λεμεσό, πρώτη από όλες τις πόλεις της Κύπρου, οδικό φωτισμό που λειτούργησε στις 21 Μαΐου 1912, έκανε τον γνωστό και σήμερα Δημόσιο Κήπο, έφτιαξε σημαντικό οδικό δίκτυο, φιλαρμονική, αντιπλημμυρικά έργα, προκυμαία και πολλά άλλα.  Δίκαια, λοιπόν,  μπορεί να θεωρηθεί ως ο σημαντικότερος μέχρι σήμερα Δήμαρχος Λεμεσού.



Ωστόσο, το σημαντικότερο ίσως έργο της ζωής του, ήταν η απόφασή του να καταταγεί εθελοντής και μάλιστα ως απλός στρατιώτης για να πολεμήσει στους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 μαζί και με τον   γαμπρό του- και μετέπειτα Δήμαρχο Λεμεσού - Αλέκο Ζήνωνος και εκατοντάδες άλλους Λεμεσιανούς νέους, δίνοντας   το παράδειγμα ως πρώτος δημότης της πόλης του.
«Τι αξίαν έχουσιν αι συνδρομαί και άλλαι ενδείξεις του πατριωτισμού, όταν ένας υγιής άνθρωπος δεν προσφέρει τον εαυτόν του εις την υπηρεσίαν αυτής;» γράφει σε επιστολή του προς τους γονείς του στις 30-10-1912.
Όταν ο φίλος του από την Λάρνακα ιατρός Ζαννέτος έτρεξε εκεί, στο λιμάνι, να τον αποτρέψει να αναχωρήσει, με την προτροπή και των συγγενών του στη Λεμεσό, που το πληροφορήθηκαν στο μεταξύ και παρά τη μυστικότητα που φρόντισε να κρατήσει, επιχειρηματολογώντας ότι   είναι λαϊκός ηγέτης  και οι υπηρεσίες του χρειάζονται στον τόπο, ο Σώζος του απάντησε περήφανα:
«Πραγματικοί ηγέται δεν είναι εκείνοι που μονάχα υποκινούν τον λαόν αλλά εκείνοι που προκινδυνεύουν μαζί του».
Φτάνοντας στην Αθήνα   τους δέχεται ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος και του προτείνει τιμητική θέση στο επιτελείο για να μη διακινδυνεύσει τη ζωή του στο μέτωπο. Το αρνείται και το μόνο που δέχεται είναι η κατάταξή του, τιμής ένεκεν, στο Α΄ Σύνταγμα «το τιμημένο» όπως γράφει σε μια επιστολή του στον πατέρα του, γιατί είχε αποδεκατισθεί στο Σαραντάπορο.
Στο μέτωπο πέφτει μαχόμενος στις 6 Δεκεμβρίου  στο λόφο του Προφήτη Ηλία,  κατά την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων.
Για τις συνθήκες του  ηρωικού θανάτου του η εφημερίδα της Λεμεσού «Σάλπιγξ»( 28 Δεκ. 1912) δημοσιεύει επιστολή από την Αθήνα του συμμαθητή του Σώζου , λεμεσιανού καθηγητή του Πανεπιστημίου  Αθηνών Σίμου Μενάρδου, σύμφωνα με την οποία, από προσωπική μαρτυρία του λοχία της ενωμοτίας που υπηρετούσε ο Σώζος Θεοδώρου Αργυρού: « Ο Σώζος έπεσεν εμπρός μου. Εκ των 70 στρατιωτών της ενωμοτίας μου ελάχιστοι έμειναν άτρωτοι. Άλλοι εφονεύθησαν και άλλοι ετραυματίσθησαν. Οι νεκροί ετάφησαν αμέσως. Ο Σώζος επολέμησεν γενναιότατα, όταν είδε πλησιάσαντας εις τα χαρακώματά των τους Τουρκαλβανούς, ανεσηκώνετο και επυροβόλει όρθιος, τότε δε τον επήραν σφαίραι ταχυβόλου.»
 ΄Ετσι ηρωικά και απλά έπεσε ο Χριστόδουλος Σώζος Δήμαρχος Λεμεσού, βουλευτής και λαϊκός ηγέτης. Όπως αρμόζει σε αληθινούς ηγέτες και ήρωες…
…………………………….
Η πόλη του και η εκπαιδευτική κοινότητα της Λεμεσού τιμά τον άνθρωπο, τον καινοτόμο δήμαρχο, τον ριζοσπάστη πολιτικό και τον ηρωικό πολεμιστή Χριστόδουλο Σώζο.

Σε ένδειξη τιμής και σεβασμού καταθέτουμε αυτό το στεφάνι.

Όλες τις άλλες ώρες αισθάνονται.

  • Διαβάστε στο τέλος του άρθρου αυτού για την οικογένεια Προκόπη Γεωργιάδη                Κύπρος - αγωνιστές
  • Γράφει η ΜΑΡΙΑ ΜΟΥΖΑΚΗ
  • Οι αυθύπαρκτοι δεσμοί Ελλάδας και Κύπρου, πέρα από τις πολιτιστικές και πολιτικές τους πτυχές, έχουν και μια ακόμη έκφανση, λιγότερο γνωστή, την παντοιοτρόπως συμμετοχή του κυπριακού ελληνισμού στους μεγάλους αγώνες του Έθνους. Δεν ήταν μόνο η φιλοπατρία και ο ηρωισμός της ελληνικής ψυχής η κινητήριος δύναμη που έστειλε χιλιάδες Κύπριους στα πολεμικά μέτωπα της μητρόπολης επί έναν και πλέον αιώνα. Ήταν και το γεγονός ότι μόνο εκεί, στη φλόγα του πολέμου, μπορούσαν να βιώσουν περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, τον επίμονο πόθο τους: να συμπορευθούν σε μια κοινή μοίρα με τους υπόλοιπους Έλληνες, να πάψουν να είναι οι αποκομμένοι αδελφοί. Με δυο λόγια, να ενωθούν με τον εθνικό κορμό.
  •         Επανάσταση  του 1821

  • Από την προπαρασκευή ήδη της Επανάστασης του 1821, η φλόγα της ελευθερίας άναψε ταυτόχρονα στις καρδιές Κυπρίων και Ελλαδιτών. Το 1818 ο Ηπειρώτης Δημήτριος Ύπατρος έφτασε στην Κύπρο και μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον αρχιεπίσκοπο Κυπριανό. Το παράδειγμά του ακολούθησαν και άλλοι κληρικοί και πρόκριτοι του νησιού. Ο Κυπριανός υποσχέθηκε οικονομική ενίσχυση στον αγώνα, όχι όμως και επανάσταση. Το τόλμημα θα ήταν καταστρεπτικό λόγω της απόστασης από τη μητροπολιτική Ελλάδα και της γειτνίασης με τα μικρασιατικά παράλια. Ακόμη κι έτσι, η συμβολή της Κύπρου θεωρήθηκε τόσο ζωτικής σημασίας, ώστε λίγους μήνες πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, ο ίδιος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης απέστειλε στον Κυπριανό γράμμα, ζητώντας του να επισπεύσει τη βοήθεια: «... Ο φιλογενέστατος κύριος Δημήτριος Ύπατρος με εβεβαίωσε περί της γενναίας συνεισφοράς, την οποίαν η υμετέρα Μακαριότης υπεσχέθη προς αυτόν διά το σχολείον (συνθηματικό της Επανάστασης) της Πελοποννήσου. Όθεν ως γενικός έφορος του Σχολείου τούτου, κρίνω χρέος μου απαραίτητον να ευχαριστήσω την υμετέραν Μακαριότητα και να την ειδοποιήσω ότι η έναρξις του Σχολείου εγγίζει... Ας ταχύνει, λοιπόν, η υμετέρα Μακαριότης να εμβάση τόσον της υμετέρας Μακαριότητος τας συνεισφοράς, όσον και των λοιπών αυτού ομογενών, είτε χρηματικάς είναι, είτε ζωοτροφίας».
  • Αλλά η υπόγεια αυτή κινητικότητα δεν άργησε να γίνει αντιληπτή από τις τουρκικές αρχές, που έλαβαν δραστικά μέτρα. Ο διοικητής της Κύπρου Κιουτσούκ Μεχμέτ διέταξε αφοπλισμό όλων των Ελληνοκυπρίων και εισηγήθηκε στον σουλτάνο τη θανατική καταδίκη 486 κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι απειλούσαν ―πράγματι ή κατά τα λεγόμενά του― την τουρκική κυριαρχία στη νήσο. Η Υψηλή Πύλη ενέκρινε την πρόταση και η διάπραξη του εγκλήματος ξεκίνησε στις 9 Ιουλίου του 1821. Πρώτος εκτελέστηκε ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, ο οποίος απαγχονίστηκε από μια συκαμινιά στην πλατεία Διοικητηρίου της Λευκωσίας. Οι υπόλοιποι εκτελέστηκαν με καρατόμηση (θάνατος που εθεωρείτο ατιμωτικός). Λέγεται ότι ο Τούρκος δήμιος είχε προηγουμένως ζητήσει χρήματα από τον Κυπριανό, προκειμένου να «παράσχει» στα θύματά του γρήγορο και ακαριαίο θάνατο. Σε λίγες μέρες, όλοι οι καταδικασθέντες, πλην κάποιων αρνησίθρησκων, είχαν θανατωθεί. Κατόρθωσε έτσι η τουρκική διοίκηση όχι μόνο να ανακόψει τη συνεργασία της Κύπρου με τους επαναστάτες, αλλά και να αποκεφαλίσει τους Ελληνοκύπριους από την πνευματική τους ηγεσία και να καρπωθεί τις περιουσίες των εκτελεσθέντων.
  • Τα γεγονότα αυτά σκόρπισαν λύπη ακόμη και στους Τουρκοκύπριους και τρομοκράτησαν τόσο τον ελληνικό πληθυσμό, ώστε πολλοί κατέφυγαν στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Αλλά η φρίκη αυτή ενέπνευσε κι ένα από τα ωραιότερα πατριωτικά ποιήματα της νεοελληνικής ποίησης, την «9η Ιουλίου» του Βασίλη Μιχαηλίδη, εθνικού ποιητή της Κύπρου. Το ποίημα, γραμμένο το 1895, περιγράφει την προετοιμασία του εγκλήματος, τις συλλήψεις, τον πειρασμό της ατιμωτικής σωτηρίας, τις εκτελέσεις. Προβάλλεται έτσι η συμμετοχή των Κυπρίων στον Αγώνα του '21 και το τίμημα που πλήρωσαν κι αυτοί στον βωμό της ελευθερίας του Έθνους. Αλλά ο ποιητής μετουσιώνοντας το τοπικό σε πανελλήνιο έδωσε τελικά μια επική σε μέγεθος και ύφος σύνθεση, έναν ολόθερμο ύμνο του απανταχού και παντοτινού ελληνισμού, όπως φαίνεται και στο ακόλουθο απόσπασμα:
  • Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζαιρη του κόσμου
    Κανένας δεν ευρέθηκεν για να την ιξηλείψει.
    Κανένας γιατί σσιέπει την που τα 'ψη ο Θεός μου.
    Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!
  • Πάντως, παρά τα αδίστακτα σχέδια της τουρκικής διοίκησης, η προσφορά των Κυπρίων στην Επανάσταση πραγματοποιήθηκε, και όχι πια με υλικές εισφορές, αλλά με έμψυχο υλικό. Οι Κύπριοι, που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, πύκνωσαν τις στρατιές των αγωνιστών, μαζί με άλλους συντοπίτες τους που κατέφτασαν ειδικά για να πολεμήσουν στον Αγώνα. Σε χίλιους υπολογίζονται οι Κύπριοι που πήραν μέρος στην Επανάσταση, αριθμός μεγάλος, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου ήταν τότε 80.000. Πολλοί από τους Κύπριους αυτούς ανδραγάθησαν σε σημαντικές μάχες στη Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο, όπως στη μάχη των Αθηνών, όπου έχασαν τη ζωή τους 150 Κύπριοι, ή στη δεύτερη μάχη του Μεσολογγίου, όπου υπήρχε ειδικό σώμα Κυπρίων υπό τον Χατζηπέτρο. Στους Κύπριους που διακρίθηκαν συγκαταλέγονται ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησεύς, αρχηγός ξένων εθελοντών, και ο αδελφός του Νικόλαος, αρχιστράτηγος. Ο Νικόλαος μνημονεύεται και σε επιστολές πρωταγωνιστών της Επανάστασης. Σε μία από αυτές, γραμμένη από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Νικόλαος χαρακτηρίζεται «ένας των προθύμων και ειλικρινών συναγωνιστών κατά τον υπέρ Ανεξαρτησίας αγώνα». Ο Γέρος του Μοριά αναφέρει, επίσης, τη συμμετοχή του στις μάχες της Δράμας το 1822, την αποστασιοποίησή του από διχόνοιες και την αυτοχρηματοδότησή του για τις δαπάνες της δράσης του και τη συντήρηση μιας μικρής στρατιωτικής δύναμης που είχε συστήσει.
  • Συγχρόνως, η Κύπρος αγωνιζόταν και για τη δική της χειραφέτηση και ενσωμάτωση στην ελληνική επικράτεια με όσα διπλωματικά και στρατιωτικά μέσα είχε στη διάθεσή της. Από τον Απρίλιο του 1821 ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησεύς είχε επιχειρήσει να διοχετεύσει διάφορες επιστολές και προκηρύξεις, για να παρακινήσει τους κατοίκους του νησιού σε Επανάσταση. Η προσπάθεια, ωστόσο, δεν πέτυχε, καθώς μέρος του υλικού έπεσε στα χέρια των Τούρκων. (Ο ίδιος ξέφυγε και μετέβη στην Ελλάδα, όπου, όπως προαναφέραμε, προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Επανάσταση). Αργότερα, το 1824, Κύπριοι της Ευρώπης έπεισαν τον Μαυροβούνιο στρατηγό Ντε Βιντς, παλαίμαχο των Ναπολεοντείων Πολέμων, να ηγηθεί εκστρατείας στην Κύπρο. Αλλά ούτε κι αυτό το σχέδιο πραγματοποιήθηκε, έβλαψε μάλιστα την υπόθεση των εθνικών δανείων που ήταν υπό διαπραγμάτευση εκείνη την περίοδο. Η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας αναπτέρωσε το ηθικό των υπόδουλων Κυπρίων. Ο Καποδίστριας συμπεριέλαβε την Κύπρο στις εθνικές διεκδικήσεις, όπως φαίνεται στην απάντηση που έδωσε στον εκπρόσωπο του Αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Οκτώβριο του 1827 σε ερώτηση σχετική με τα σύνορα που αξίωνε η ελληνική πλευρά: «Τα όρια ταύτα από του 1821 καθορίζονται υπό του αίματος του εκχυθέντος εις τα σφαγεία των Κυδωνιών, της Κύπρου, της Χίου, της Κρήτης, των Ψαρών και του Μεσολογγίου και εις τους πολλούς κατά την και κατά θάλασσαν αγώνας, διά των οποίων εδοξάσθη το ανδρείον τούτο έθνος». Η Κύπρος, βέβαια, δεν περιελήφθη ποτέ στο ελληνικό κράτος. Το όνειρο αυτό εγκλωβίστηκε σε πρακτικά προβλήματα, αλλά κυρίως σε συμφέροντα και διπλωματικούς δαιδάλους. Ωστόσο, οι Κύπριοι αδελφοί μας δεν έπαψαν να συντρέχουν τους απολυτρωτικούς αγώνες του ελληνισμού. Οι πληροφορίες είναι κάποτε σκόρπιες, αλλά ενδεικτικές της εθνικής ζέσης και της συμβολής τους στους εθνικούς αγώνες. Κατά τις μάχες της Θεσσαλίας, το 1880, στη σημαία των 150 Κύπριων πολεμιστών ήταν κεντημένη η επιγραφή «Η Κύπρος τη μητρί Ελλάδι». Στη Θεσσαλία πάλι, στον άτυχο πόλεμο του 1897, η 3η ταξιαρχία του Κωνσταντίνου Σμολένσκη, στην οποία συμμετείχαν και Κύπριοι, χάρισε στους Έλληνες μία από τις λιγοστές τους νίκες. Στον ίδιο αυτό πόλεμο κατατάχθηκαν εθελοντικά τουλάχιστον 1.000 Κύπριοι, αριθμός μεγάλος σε σχέση με τη μικρή διάρκεια του πολέμου. Η Κύπρος, επίσης, περιέθαλψε πρόσφυγες από την Κρήτη που έφτασαν το 1896, ύστερα από τις τρομερές σφαγές των Τούρκων εις βάρος του χριστιανικού πληθυσμού της.
  • Βαλκανικοί Πόλεμοι

  • Αργότερα, τις ένδοξες σελίδες των Βαλκανικών Πολέμων τις έγραψαν από κοινού Ελλαδίτες και Κύπριοι. Σχεδόν 2.000 Κύπριοι ―κατ' άλλους υπολογισμούς 4.000― πολέμησαν στα διάφορα μέτωπα της Μακεδονίας και της Ηπείρου το 1912/13. Ακόμη και ανήλικοι ήρθαν από την Κύπρο (είναι γνωστές δύο περιπτώσεις παιδιών 15 και 16 ετών)! Ανάμεσα στους Κύπριους αγωνιστές περιλαμβάνονται και πολλά σημαίνοντα πρόσωπα της κυπριακής κοινωνίας, όπως ο δήμαρχος Λεμεσού Χριστόδουλος Σώζος, ο μητροπολίτης Κιτίου Μελέτιος Μεταξάκης, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Μυριανθεύς (ο οποίος τιμήθηκε με ανώτερα παράσημα για τη συμμετοχή του αυτή), ο δημοσιογράφος και βουλευτής της Λάρνακας Ευάγγελος Χατζηιωάννου. Την αυθόρμητη και απλόχερη προσφορά των Κυπρίων εθελοντών δείχνει και το εξής περιστατικό: Όταν, χρόνια μετά, το 1962, το ελληνικό κράτος θέλησε να δώσει τιμητική σύνταξη σε 700 παλαίμαχους των Βαλκανικών, εκείνοι έδωσαν στον Έλληνα πρέσβη την εξής απάντηση: «Εμείς καταταγήκαμε ως εθελοντές πολεμιστές για να υπερασπιστούμε τα δίκαια της Μεγάλης Μάνας Ελλάδας. Δε θέλουμε καμιά ανταμοιβή». Η Μεγαλόνησος προσέφερε επίσης 16.000 λίρες, ποσό μεγάλο για την εποχή, που συγκεντρώθηκε με εράνους, καθώς και ιατρικό προσωπικό για τους τραυματίες πολέμου.
  • Ο Κύπριος ιστορικός Πέτρος Παπαπολυβίου συνέλεξε από τον κυπριακό Τύπο της εποχής και από άλλες πηγές γράμματα που έστελναν στο νησί τους Κύπριοι πολεμιστές των Βαλκανικών, τα οποία αποδίδουν γλαφυρά τον πατριωτικό ενθουσιασμό των αποστολέων τους και τις συνθήκες στο πολεμικό μέτωπο. Από τους πιο τακτικούς επιστολογράφους είναι ο Χριστόδουλος Σώζος. Αναχώρησε από την Κύπρο τον Οκτώβριο του 1912, χωρίς να έχει ενημερώσει την οικογένειά του για τον σκοπό του ταξιδιού του, από φόβο μήπως τον εμποδίσουν. Συνταξιδιώτες του ήταν οι προαναφερθέντες μητροπολίτης Μεταξάκης και Ευ. Χατζηιωάννου. Την επομένη της άφιξής τους στην Αθήνα, οι τρεις άνδρες επισκέφθηκαν τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο, ο οποίος δέχτηκε κατασυγκινημένος το αίτημά τους να σταλούν αμέσως στο πολεμικό μέτωπο.
  • Έχοντας ήδη φύγει από το σπίτι του με σκοπό το μακρινό και τολμηρό ταξίδι, ο Σώζος έγραψε στη γυναίκα του εξηγώντας της την απόφασή του: ... Όταν θα λάβης την παρούσαν μου, θα είμαι μακράν σου και μακράν του υιού μου διά την υπηρεσίαν της πατρίδος. Ημείς έχομεν καθήκοντα τα οποία ουδεμία δύναμις, ουδέν φίλτρον πρέπει να εμποδίση από του να ενασκώνται. Αν είμεθα ηγέται των υποδούλων λαών, οφείλομεν διά του παραδείγματός μας και της θυσίας μας να τους παιδαγωγώμεν, όπως και εκείνοι γίνωσιν άνθρωποι συναισθανώμενοι τα καθήκοντά των. Μη κλαίε και μη στενοχωρού, διότι εκείνος που πηγαίνει εις την υπηρεσίαν της πατρίδος του δεν πρέπει να πηγαίνη με τέτοιας σκέψεις, ότι αφήνει πίσω του την δυστυχίαν.
  • Η σύζυγος ενός Σώζου δεν πρέπει να συμπεριφερθή εις τοιαύτην περίπτωσιν ως η σύζυγος ενός κοινού ανθρώπου. Έπειτα οφείλεις να έχης αυτό υπ' όψιν σου, ότι αν έμενα στην Λεμεσόν ατιμασμένος στην συνείδησίν μου, δεν θα έζων ούτε εγώ αλλ' ούτε συ ευτυχής, θα ησθανόμην πάντοτε ότι συ ήσο το εμπόδιον και θα σας εμίσουν. Ενώ τώρα φεύγω με λύπην που σας αφήνω, αλλά και με την ελπίδα, ότι θα επανέλθω να σας εύρω.
  • Το ποτήριον που σας ποτίζω είναι λίγο πικρόν, αλλά φαντάσου πόσον γλυκύ θα είναι εκείνο που θα πιούμεν όταν θα επανέλθω.
  • Πρόσεχε, Έρμα μου, να μη μου κάμης σκάνδαλα, διότι η απόφασίς μου είναι ακλόνητος, θα σε βαρύνουν δε περισσότερον, αν φανής δειλή.
  • Φύλαττε το παιδί μας και όλην την αγάπην σου έχε την δι' αυτό? τώρα θα το αγαπάς και θα φροντίζης δι' αυτόν ωσεί ήμουν και εγώ εκεί.
  • Όποιος πηγαίνει στον πόλεμον δεν αποθνήσκει.
  • Χαίρε λοιπόν, Έρμα μου, σε φιλώ γλυκά στα χείλη και φίλει μου πολύ, μα πολύ τον υιόν μου. Να μη σου περνούν μαύρες ιδέες, απεναντίας να δείξης γενναιότητα στην νέαν αυτήν δοκιμασίαν που σε βάζω. Εμπορεί να τελειώση ο πόλεμος έως ότου να υπάγω, και τότε εγώ θα έλθω πίσω ικανοποιημένος με τον εαυτόν μου, ότι έπραξα το καθήκον μου...
  • Αλλά ο Χριστόδουλος Σώζος δεν επέστρεψε ποτέ στην αγαπημένη του οικογένεια. Έπεσε τον Δεκέμβριο του 1912 στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία στην Ήπειρο κατά τη διάρκεια μιας φονικής μάχης. (Ας σημειωθεί εδώ ότι η ηρωική δράση και το τέλος του υπήρξαν αντάξια της οικογενειακής του παράδοσης: ο παππούς του ήταν αγωνιστής του 1821 και ο πατέρας του είχε πάρει μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869).
  • Το φιλότιμο και το αίσθημα της ντροπής παρουσιάζονται ως κύριο κίνητρο και στην επιστολή του 18χρονου Πέτρου Χατζηαργυρού, από την Πάφο, φοιτητή στην Αθήνα, ο οποίος σκοτώθηκε στην Αετορράχη Ηπείρου. Το γράμμα (13-10-1912) το έστειλε στον αδελφό του, ζητώντας του να το κρατήσει κρυφό από τους γονείς του, για να μη λυπηθούν. ...Δεν πιστεύω να εκπλαγήτε εάν σας γράψω ότι κατετάχθην εις τον στρατόν ως εθελοντής. Δεν ηδυνάμην αγαπητέ αδελφέ, να πράξω αλλέως διότι ήτο αίσχος δι' εμέ να κάθημαι εντός των καφενείων Αθηνών καθ' ην στιγμήν ολόκληρος η αγαπητή πατρίς μας Ελλάς κινητοποιείται κατά του εχθρού της πίστεως και της πατρίδος, και καθ' ην στιγμήν οι Κύπριοι κατετάσσοντο εις τον στρατόν... Από κάποιο προαίσθημα ίσως ή από απλό ρεαλισμό ο Π. Χατζηαργυρού τελειώνει το γράμμα του εξηγώντας στον αδελφό του πως θα βρει τα πράγματά του στην Αθήνα για να τα πάει στην Κύπρο, αν «εν πάση περιπτώσει συμβή τι».
  • Από την πρώτη γραμμή του μετώπου οι επιστολές των εθελοντών είναι επίσης ενθουσιώδεις, προστίθεται όμως τώρα η αναφορά στις αντίξοες συνθήκες. Και πάλιν θα αναβώ στο σώμα μου, διότι εκεί είναι η ζωή η ευχάριστη. Να πολεμάς μέραις ολόκληραις κατά των απίστων χωρίς να κλης μάτι, χωρίς να τρως, χωρίς να πίνης και όμως να θέλης αυτή τη ζωή. Να κοιμάσαι μηνάδες τώρα στο ύπαιθρο μέσα σε χιόνια, να ακούης να περνούν από πάνω σου σαν τη βροχή οι σφαίρες και όμως να μη μπορής να κάνης δίχως της! Ε! ψυχή μου! αυτή είναι ζωή» (Προκόπης Χατζημιλτής-Γεωργιάδης). Κάποιος άλλος, στιχοπλόκος εθελοντής, ο Κωνσταντίνος Χαρικλέους, καταθέτει κωμικά το πρόβλημά του, τις ψείρες:

  • Μικρές εις το ανάστημα μεγάλες εις την φόραν
    με κάμανε τον δυστυχή και ωσάν να έχω ψώραν.
    Και εκεί όπου περιπατώ όλο και σσιώ τους ώμους
    και νευρικός λογίζομαι απ' τους ανθρώπους όλους.
  1. Καθώς στη διάρκεια του 20ού αιώνα οι εθνικές μας περιπέτειες διαδέχονταν η μια την άλλη, οι Κύπριοι εξακολουθούσαν πάντα να δίνουν το παρόν. Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία συγκροτήθηκε κατάλογος εθελοντών, στον οποίο εγγράφηκαν 1.000 περίπου Κύπριοι. Παρά το γεγονός ότι οι βρετανικές αρχές απαγόρευσαν την έξοδό τους από το νησί, πολλοί βρήκαν τον τρόπο και κατάφεραν να καταταγούν στον ελληνικό στρατό. Ένας από τους Κύπριους πολεμιστές ήταν και ο Ιωάννης Τσαγγαρίδης, βετεράνος των Βαλκανικών και του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος έφτασε ως διοικητής αποσπάσματος μέχρι τον Σαγγάριο.                    Β'Παγκόσμιος  Πόλεμος
  • Είκοσι περίπου χρόνια μετά, οι αδελφοί της Κύπρου είπαν κι αυτοί το δικό τους ΟΧΙ στον Ιταλό εισβολέα. Αμέσως μόλις έφτασε η είδηση ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιταλία, στην Κύπρο απλώθηκε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού. Οι ελληνικές σημαίες, απαγορευμένες από το 1931, υψώθηκαν ξανά σε κάθε σημείο του νησιού. Νέοι της Κύπρου κατέκλυσαν το ελληνικό Προξενείο της Λευκωσίας και την Αρχιεπισκοπή, για να στρατευθούν. Έρανοι ξεκίνησαν παντού. Ακόμη και οι πιο φτωχοί συνεισέφεραν ό,τι τους είχε απομείνει. Μόνο η Κερύνεια πρόσφερε την αξία ενός αεροπλάνου.

  • Λουκής Ακρίτας
  • Υπολογίζεται σε 4.000 οι Κύπριοι που πήραν μέρος στην ελληνοϊταλική σύρραξη. (Ας σημειωθεί εδώ, ότι άλλες 30.000 Κυπρίων πολέμησαν σε διάφορα άλλα μέτωπα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου). Ο ενθουσιασμός τους παρέμεινε αμείωτος σε όλες τις δύσκολες στιγμές του πολέμου. Γράφει, τον Φεβρουάριο του 1941, ο Κύπριος δημοσιογράφος Λουκής Ακρίτας: ... Γράφω από τα αλβανικά βουνά, για να στείλω τον χαιρετισμόν και την αγάπην μου. Είμαι κατενθουσιασμένος που μαζί με τις χιλιάδες νέων κάνω το καθήκον μου απέναντι των ανθρώπων. Η ατμόσφαιρα που ζούμε και κινούμεθα είναι αληθινά ηρωική και οι στιγμές αυτές θα μου είναι αξέχαστες γιατί μας αναβαπτίζουν, μας ξαναγεννούν. Η ζωή του μετώπου, παρά τις ταλαιπωρίες που δεν τις καταλαβαίνει κανείς, ούτε κι ενδιαφέρεται γι' αυτές, προσφέρει αφάνταστες συγκινήσεις. Σε κάμνει μέσα στο μεθύσι της μάχης να ξεχνάς τα πάντα. Μονάχα ύστερα από την ώρα που αρχίζει να νυχτώνει όλοι μας θυμόμαστε τα σπίτια μας και κουβεντιάζομε μαζί τους. Μια τέτοια ώρα σας φέρνω με τη σειρά όλους στη σκέψη μου και είναι σαν να μην βρίσκωμαι μακρυά σας. Με πλημμυρίζει η υπερηφάνεια ότι σαν Κύπριος κάνω αυτή τη στιγμή δυο φορές το καθήκον μου.
  • Αλλά και οι Κύπριοι που ζούσαν στην Ελλάδα εκδήλωσαν τη διακαή τους επιθυμία να σταλούν στο πολεμικό μέτωπο, πριν ακόμη ξεσπάσει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Από τον Σεπτέμβριο του 1940, όταν οι απροκάλυπτες πια προκλήσεις της Ιταλίας έδειχναν το αναπόφευκτο του πολέμου, Κύπριοι φοιτητές παρουσιάστηκαν στην εδώ Αγγλική Πρεσβεία και γνωστοποίησαν την πρόθεσή τους να καταταγούν στον στρατό. Τον Νοέμβριο συστήθηκε στην Αθήνα ειδική κυπριακή επιτροπή για την αποστολή εθελοντών στον πόλεμο, ενώ τον Δεκέμβριο ορκίστηκαν οι 100 νέοι του Ιερού Λόχου των εν Αθήναις Κυπρίων. Ο ένας μετά τον άλλον, οι Κύπριοι φοιτητές έστελναν στην πατρίδα τους γράμματα με τα οποία ανακοίνωναν την απόφασή τους να πολεμήσουν. Σε κάποιο από αυτό διαβάζουμε:
  • ... Μπροστά στον μεγάλο αγώνα που κάνει τώρα ο Ελληνισμός νομίζω πως κάθε άνθρωπος δεν μπορεί να μένη αδρανής, αλλά είναι περισσότερον από καθήκον η ανάγκη να ενώσουν όλοι τις δυνάμεις τους, για να υπερασπίσουν την τιμήν και την ελευθερίαν της Ελλάδος μας. Έτσι και εγώ μαζί με άλλους Κυπρίους φοιτητάς και επιστήμονας κατετάχθημεν εθελονταί στον Ελληνικόν Στρατόν και τώρα γυμναζόμαστε, για να μπορέσωμεν μετά δύο μήνες και μεις να προσφέρουμε κάτι θετικόν στην αγαπημένην πατρίδα. Πατέρα, μ' όλο που η απόφαση αυτή είναι λιγάκι σκληρή για σένα, που είσαι μακρυά, θέλω να δικαιώσης τας σκέψεις μου αυτάς με την ιδίαν την δικήν σου αγάπην στην Ελλάδα μας. Στον στρατόν περνώ καλά και είμαι πολύ υπερήφανος που κάνω το καθήκον μου προς την πατρίδα...
  • Όταν ο ελληνικός στρατός λύγισε υπό το βάρος της γερμανικής επίθεσης, οι Κύπριοι στρατιώτες συνέχισαν την αντίσταση στις ελεύθερες ακόμη περιοχές. Όσοι δεν αιχμαλωτίστηκαν από τον εχθρό, πολέμησαν στη Μάχη της Κρήτης και στην Αίγυπτο, ή παρέμειναν στην Ελλάδα και πήραν μέρος στην Αντίσταση. Η δε Κύπρος έγινε την ίδια εποχή το καταφύγιο χιλιάδων Ελλαδιτών προσφύγων και ’γγλων στρατιωτών.
  • Υπάρχουν κυπριακές οικογένειες που δόθηκαν από γενιά σε γενιά στους αγώνες του Ελληνισμού. Είδαμε παραπάνω την οικογένεια Σώζου και τη συμμετοχή παππού, πατέρα και γιου στην Επανάσταση του 1821, στην Κρητική Επανάσταση του 1866 και στους Βαλκανικούς Πολέμους αντίστοιχα. ’λλη μια οικογένεια, που αποτελεί απτό παράδειγμα της αδιάλειπτης παρουσίας των Κυπρίων στους μεγάλους αγώνες του Έθνους, είναι η οικογένεια Γεωργιάδη. Ο πατέρας, Προκόπης, συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους (παραθέσαμε παραπάνω επιστολή του από το μέτωπο). Τιμήθηκε μάλιστα με τον βαθμό του λοχία, επειδή κατά τη νυκτερινή σκοπιά του προειδοποίησε έγκαιρα για εχθρική προσέγγιση. Κατά τη δημόσια απονομή του τίτλου ο αξιωματικός τόνισε ιδιαίτερα «ότι οι Κύπριοι εκπληρούσι πιστά τα καθήκοντά των».
  • Ο Προκόπης Γεωργιάδης πολέμησε εθελοντικά και στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση (από το 1943 ζούσε με την οικογένειά του στην Αθήνα). Δυστυχώς, ο θάνατος υπήρξε οικτρός για μια τόσο τιμημένη ζωή. Τραυματίστηκε από σφαίρα στα Δεκεμβριανά και πέθανε στις αρχές του 1945 από γάγγραινα, αφού πρώτα είχε ακρωτηριαστεί το πόδι του.
  • Οι δυο γιοι του είχαν επίσης τραγικό τέλος. Ο Ροδίων, αμέσως μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, πολέμησε εθελοντικά στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και στη συνέχεια έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Συνελήφθη, όμως, από τους Γερμανούς, κλείστηκε στις φυλακές της Αίγινας και κατόπιν του Βρανδεμβούργου, όπου και πέθανε ή θανατώθηκε τον Οκτώβριο του 1944 σε ηλικία 27 ετών. Την ίδια δράση και το ίδιο τέλος είχε και ο μικρότερος αδελφός του Μιλτιάδης, απόφοιτος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Η αδελφή τους, Ευανθία, επέδειξε επίσης πατριωτισμό και αντιστασιακή δράση. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έσωσε από τα χέρια των Γερμανών πάνω από 60 ’γγλους στρατιώτες, πράξη για την οποία παρασημοφορήθηκε από τη σύμμαχο χώρα. Ο φιλάσθενος, όμως, οργανισμός της την πρόδωσε λίγο μετά την Απελευθέρωση, επιβαρημένος από τις κακουχίες της Κατοχής και τη θλίψη για τον θάνατο του πατέρα και την εξαφάνιση των δύο αδελφών.
  • Οι τραγικές στιγμές του ελληνισμού ακολούθησαν την οικογένεια ακόμη και μετά θάνατον. Η χαροκαμένη μάνα, Θέκλα, πέθανε στην Κύπρο και θάφτηκε στην πατρίδα της Κερύνεια. Το 1974, όμως, οι Τούρκοι εισβολείς βεβήλωσαν τον τάφο της, όπως και όλο το κοιμητήριο. Οι στιγμές και τα γεγονότα που περιγράψαμε φαίνονται, υπό το πρίσμα του σήμερα, μακρινά. Δεν είναι μόνο ο χρόνος που δημιουργεί την απόσταση. Είναι και το όραμα της ένωσης Κύπρου και Ελλάδας που τα ενέπνεε, ένα όραμα που πια θεωρείται ανέφικτο. Ωστόσο, οι δυο λαοί μπορεί να χωρίστηκαν με τα σύνορα, αλλά απέδειξαν ότι θα συνοδοιπορούν και θα συμπάσχουν σαν ένας. Κι αυτή είναι τελικά μια νίκη, που καμιά ξένη δύναμη δεν μπορεί να ανατρέψει, όπως δεν το κατάφερε χιλιάδες τώρα χρόνια.
  • Βιβλιογραφία
  • 1. Μιχαηλίδης Μιχάλης, Κύπρος: αγώνες λευτεριάς, εκδ. Τήνος, Αθήνα 1992.
  • 2. Παγκύπριος Σύνδεσμος πολεμιστών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Η συμβολή της Κύπρου εις τον Β' Παγκόσμιον Πόλεμον, Λευκωσία 1975.
  • 3. Παπαπολυβίου Πέτρος, Υπόδουλοι ελευθερωταί αδελφών αλυτρώτων, εκδ. Κ.Ε.Π., Λευκωσία 1999.
  • 4. Πρωτοψάλτης Εμμανουήλ, Η Κύπρος εις τον αγώνα του 1821, εκδ. Ενώσεως Κυπρίων Ελλάδος, Αθήνα 1971.